ιδιοπαθής

ιδιοπαθής
(Ιατρ.).Όρος που αναφέρεται σε νόσο άγνωστης αιτιολογίας, όπως για παράδειγμα ι. στεατόρροια, ι. υπέρταση.
* * *
-ές (Α ἰδιοπαθής, -ές)
νεοελλ.
φρ. «ιδιοπαθής νόσος» — νόσος που η αιτιολογία της είναι άγνωστη, δεν είναι οργανικής προέλευσης («ιδιοπαθής υπέρταση»)
αρχ.
αυτός που έχει κάποιο ιδιαίτερο ψυχικό πάθος.
επίρρ...
ἰδιοπαθῶς (Α)
με προσωπικά κίνητρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο-* + -παθής (< πάθος), πρβλ. σεισμο-παθής, ψυχο-παθής].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ακροκυάνωση — Σύνδρομο κατά το οποίο, όπως υποδεικνύει και η λέξη, τα άκρα (χέρια, πόδια, αφτιά κλπ.) παίρνουν χρώμα ιώδες (κυάνωση). Η α. μπορεί να εμφανιστεί είτε μεμονωμένη (ιδιοπαθής α.) είτε και ως σύμπτωμα παθήσεων του καρδιοκυκλοφορικού συστήματος… …   Dictionary of Greek

  • αναιμία — Παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μείωση του αριθμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων ή από ελάττωση του περιεχομένου τους σε αιμοσφαρίνη ή και από τα δύο. Στον υγιή ενήλικο, ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων και το περιεχόμενό τους σε… …   Dictionary of Greek

  • ιδιο- — α συνθετικό λέξεων που σημαίνει: α) ιδιαιτερότητα («ιδιόμορφος», «ιδιοφυής») β) χωριστή, μεμονωμένη κατάσταση («ιδιόλεκτος», «ιδιόγλωσσος») γ) κτήση («ιδιοκτήτης», «ιδιόβουλος») δ) αυτενέργεια ή το αποτέλεσμά της («ιδιόγραφος», «ιδιόχειρος») βλ.… …   Dictionary of Greek

  • ιδιοπάθεια — η (Α ἰδιοπάθεια) [ιδιοπαθής] νόσος που έχει τοπική προέλευση νεοελλ. νόσος τής οποίας η αιτιολογία είναι άγνωστη …   Dictionary of Greek

  • ιδιοπαθώ — ιδιοπαθῶ, έω (Α) [ιδιοπαθής] 1. έχω ιδιοπάθεια 2. δείχνω προσωπικό ενδιαφέρον, λαμβάνω σοβαρά υπ όψιν μου κάτι …   Dictionary of Greek

  • κερατοδερμία — Δερματική πάθηση που χαρακτηρίζεται από πάχυνση της κεράτινης στιβάδας της επιδερμίδας και προσβάλλει συχνότερα τα χέρια και τα πόδια. Υπάρχουν δύο μορφές κ.: η ιδιοπαθής και η δευτεροπαθής. Η πρώτη, γνωστή και ως νόσος του Μελέντα, είναι… …   Dictionary of Greek

  • ναρκοληψία — Ειδική παθολογική κατάσταση που συνίσταται σε ξαφνικά επεισόδια ακατανίκητης τάσης προς ύπνο σε άτομα που βρίσκονται σε πλήρη δραστηριότητα. Ο ύπνος αυτός παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του φυσιολογικού ύπνου και επέρχεται κατά παροξυσμούς… …   Dictionary of Greek

  • ξάνθωμα — Οξείδιο ή πλάκα κίτρινου χρώματος που σχηματίζεται κυρίως στους αγκώνες, στα γόνατα, στο τριχωτό του κεφαλιού και στους τένοντες. Αποτελείται από μακροφάγα κύτταρα, γεμάτα λιποειδή σώματα (χοληστερίνη) και μπορεί να είναι μεμονωμένο, εξαιτίας… …   Dictionary of Greek

  • πεντοζουρία — η ιατρ. η παρουσία πεντόζης στα ούρα, η οποία, υπό φυσιολογικές συνθήκες, παρατηρείται σπάνια και μόνο σε αποκλειστικά φυτική δίαιτα (α. «ιδιοπαθής πεντοζουρία» καλοήθης κληρονομική μεταβολική νόσος αυτοσωματικού υποτελούς χαρακτήρα, που απαντά… …   Dictionary of Greek

  • περικαρδίτιδα — η, Ν ιατρ. 1. φλεγμονή τού περικαρδίου, που άλλοτε είναι ιδιοπαθής και άλλοτε οφείλεται σε ίωση 2. φρ. «συμφυτική περικαρδίτιδα» περικαρδίτιδα που οφείλεται συχνότερα σε παλαιά φυματίωση και κατά την οποία το περικάρδιο μεταβάλλεται σε άκαμπτο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”